We use cookies for anonymous analytics to improve Semantix. See our Privacy Policy.
CEFR C1 · Advanced
At C1 you control register in a language that still carries its older self inside the modern one: the -οντας gerund for simultaneous action (μιλώντας, τρέχοντας), the passive participles in -μένος, and the fossilised katharevousa genitives that formal Greek keeps intact (κεκλεισμένων των θυρών, εν τω μεταξύ). You concede a point precisely with αν και, παρόλο που and μολονότι, hedge with μάλλον, ενδεχομένως and κατά πάσα πιθανότητα, and hear the irony a Greek speaker builds with word order and δήθεν. The vocabulary is that of essays, courtrooms and columns: αμφισβητώ, τεκμηριώνω, αναστρέψιμος, αδιαπραγμάτευτος.
60 words · 3 units · 3 grammar points
Master register, idiomatic expression, and emotional nuance.
Build a logical argument: claims, evidence, counterargument, persuasion.
Να μεταφέρουμε τα λόγια των άλλων με την κατάλληλη απόσταση, να κινούμαστε στο επαγγελματικό ύφος συσκέψεων και προτάσεων και να διαβάζουμε την επικαιρότητα: αριθμοί, τάσεις και πηγές.
The first 40 of 60, in frequency order.
| Greek | English | Example |
|---|---|---|
| η στρέβλωση | distortion; misrepresentation (f.) | Η επιλεκτική παράθεση των στοιχείων οδήγησε σε πλήρη στρέβλωση του αρχικού νοήματος. |
| η υπεκφυγή | evasion; dodge, prevarication (f.) | Η απάντησή του ήταν μια ακόμη υπεκφυγή, όχι μια θέση. |
| το πρόσχημα | pretext; pretence used as cover (n.) | Με το πρόσχημα της ασφάλειας, η κυβέρνηση περιόρισε δραστικά την ελευθερία του Τύπου. |
| η μεροληψία | bias; partiality (f.) | Η έκθεση κατηγορήθηκε για μεροληψία υπέρ των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων της περιοχής. |
| η αμεροληψία | impartiality; even-handedness (f.) | Η αμεροληψία του δικαστή αμφισβητήθηκε ανοιχτά από τους συνηγόρους της υπεράσπισης. |
| η εγρήγορση | alertness, vigilance; state of watchfulness (f.) | Η κοινωνία οφείλει να παραμείνει σε εγρήγορση απέναντι σε κάθε απόπειρα λογοκρισίας. |
| η καχυποψία | suspicion, mistrust (f.) | Η καχυποψία μεταξύ των δύο πλευρών υπονόμευσε εξαρχής τις διαπραγματεύσεις. |
| η υστεροβουλία | ulterior motive; self-interested calculation (f.) | Η πρότασή του έγινε δεκτή με σκεπτικισμό, καθώς πολλοί διέκριναν πίσω της υστεροβουλία. |
| η νηφαλιότητα | sobriety, level-headedness; composure (f.) | Σε περιόδους κρίσης, η νηφαλιότητα αξίζει περισσότερο από τη ρητορική δεινότητα. |
| η αλληλουχία | sequence; logical succession, coherent chain (f.) | Η αλληλουχία των επιχειρημάτων του ήταν άψογη, αν και τα συμπεράσματα παρέμεναν αμφιλεγόμενα. |
| ο συγκερασμός | blending, reconciliation of opposing positions (m.) | Το τελικό κείμενο είναι ένας συγκερασμός αντικρουόμενων απόψεων και γι' αυτό δεν ικανοποιεί κανέναν. |
| ο ευφημισμός | euphemism (m.) | Η «αναδιάρθρωση του προσωπικού» δεν είναι παρά ένας ευφημισμός για τις μαζικές απολύσεις. |
| η επιφύλαξη | reservation, caveat; reticence (f.) | Η μόνη μου επιφύλαξη αφορά τη μεθοδολογία της μελέτης. |
| η αδράνεια | inertia; inaction, institutional torpor (f.) | Η θεσμική αδράνεια του κράτους επέτρεψε στο πρόβλημα να διογκωθεί ανεξέλεγκτα. |
| η φερεγγυότητα | trustworthiness, credibility; solvency (f.) | Η φερεγγυότητα της εταιρείας κλονίστηκε μετά τη δημοσιοποίηση των οικονομικών καταστάσεων. |
| η επίφαση | semblance, outward appearance (f., formal) | Πίσω από την επίφαση της ομοφωνίας κρύβονταν βαθιές διαφωνίες μεταξύ των μελών. |
| η ρήξη | rupture, break; open breach (f.) | Η δήλωσή του σηματοδότησε οριστική ρήξη με την παράδοση του κόμματός του. |
| η λιτότητα | austerity (economic policy); frugality of style (f.) | Η λιτότητα επιβλήθηκε χωρίς ουσιαστικό δημόσιο διάλογο. |
| η ανακολουθία | inconsistency; failure to follow through (f.) | Η ανακολουθία ανάμεσα στις εξαγγελίες και στις πράξεις του έγινε γρήγορα αντιληπτή. |
| η διαύγεια | lucidity, clarity (of thought or expression) (f.) | Εξέθεσε το ζήτημα με σπάνια διαύγεια, χωρίς να καταφύγει σε τεχνική ορολογία. |
| συνάγω | to infer, deduce (formal; often impersonal συνάγεται "it follows") | Από τα διαθέσιμα στοιχεία συνάγεται ότι η κρίση δεν ήταν καθόλου απρόβλεπτη. |
| υπαινίσσομαι | to hint at, insinuate, imply | Χωρίς να κατονομάζει κανέναν, υπαινίσσεται ότι η διαρροή προήλθε από το εσωτερικό. |
| αποφαίνομαι | to pronounce, rule, deliver a judgment (formal/legal) | Το δικαστήριο αποφαίνεται σήμερα αν η απόλυση ήταν καταχρηστική. |
| διαψεύδω | to deny, refute; to belie (expectations) | Ο εκπρόσωπος διαψεύδει κατηγορηματικά τα δημοσιεύματα περί παραίτησης του προέδρου. |
| επιτείνω | to intensify, aggravate, heighten | Η καθυστέρηση των αποφάσεων επιτείνει την αβεβαιότητα που επικρατεί στις αγορές. |
| αμβλύνω | to blunt, soften, mitigate (an effect or difference) | Τα επιδόματα αμβλύνουν προσωρινά τις ανισότητες, χωρίς όμως να θεραπεύουν τα αίτια. |
| εδραιώνω | to consolidate, establish firmly, entrench | Με κάθε νέα μελέτη εδραιώνει τη θέση του ανάμεσα στους κορυφαίους ερευνητές του πεδίου. |
| αναδεικνύω | to bring out, highlight; to elevate (someone) to prominence | Η ταινία αναδεικνύει πτυχές του ζητήματος που ο δημόσιος διάλογος συστηματικά αγνοεί. |
| παρακάμπτω | to bypass, circumvent, sidestep | Η κυβέρνηση παρακάμπτει το κοινοβούλιο, νομοθετώντας με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. |
| ενστερνίζομαι | to embrace, espouse (an idea or principle) | Ενστερνίζεται πλήρως τις αρχές του κινήματος, αν και διαφωνεί με τις τακτικές του. |
| προσδίδω | to lend, impart, confer (a quality) on something | Η μαρτυρία του αυτόπτη προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στην εκδοχή της υπεράσπισης. |
| υποβόσκω | to smoulder beneath the surface, lie latent | Η δυσαρέσκεια υποβόσκει εδώ και μήνες, χωρίς ακόμη να εκδηλώνεται ανοιχτά. |
| καταδεικνύω | to demonstrate conclusively, show clearly (formal) | Τα στοιχεία καταδεικνύουν σαφώς ότι το μέτρο απέτυχε να επιτύχει τον σκοπό του. |
| επικαλούμαι | to invoke, cite, appeal to (a reason, authority or text) | Επικαλούνται λόγους εθνικής ασφάλειας για να δικαιολογήσουν την απόρρητη συμφωνία. |
| συρρικνώνομαι | to shrink, contract, dwindle | Η μεσαία τάξη συρρικνώνεται δραματικά εδώ και μια δεκαετία. |
| ενδελεχής | thorough, exhaustive, painstaking | Απαιτείται ενδελεχής έλεγχος των δαπανών πριν από την έγκριση του προϋπολογισμού. |
| εύγλωττος | eloquent; (of facts or figures) telling, revealing | Ήταν τόσο εύγλωττος στην ομιλία του, που ακόμη και οι αντίπαλοί του χειροκρότησαν. |
| αδιάλλακτος | uncompromising, intransigent, hard-line | Ο αδιάλλακτος εκπρόσωπος της εταιρείας οδήγησε τις συνομιλίες σε πλήρες αδιέξοδο. |
| επισφαλής | precarious, insecure, unreliable | Η θέση του στην εταιρεία είναι πλέον επισφαλής, μετά την αποτυχία του έργου. |
| πολυσχιδής | multifaceted, wide-ranging (of work, activity, personality) | Ο πολυσχιδής διανοούμενος έγραψε για τα πάντα, από φιλοσοφία ως μουσική κριτική. |