We use cookies for anonymous analytics to improve Semantix. See our Privacy Policy.
Greek verb conjugation
to start, to begin (I start)
Ξεκινάω τη δουλειά στις εννιά.I start work at nine.
| Person | ξεκινάω |
|---|---|
| εγώ | ξεκινάω |
| εσύ | ξεκινάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκινάει |
| εμείς | ξεκινάμε |
| εσείς | ξεκινάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκινάνε |
| Person | ξεκινάω |
|---|---|
| εγώ | ξεκίνησα |
| εσύ | ξεκίνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκίνησε |
| εμείς | ξεκινήσαμε |
| εσείς | ξεκινήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκίνησαν |
| Person | ξεκινάω |
|---|---|
| εγώ | ξεκινούσα |
| εσύ | ξεκινούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκινούσε |
| εμείς | ξεκινούσαμε |
| εσείς | ξεκινούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκινούσαν |
| Person | ξεκινάω |
|---|---|
| εγώ | θα ξεκινήσω |
| εσύ | θα ξεκινήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θα ξεκινήσει |
| εμείς | θα ξεκινήσουμε |
| εσείς | θα ξεκινήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θα ξεκινήσουν |
| Person | ξεκινάω |
|---|---|
| εγώ | θα ξεκινούσα |
| εσύ | θα ξεκινούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θα ξεκινούσε |
| εμείς | θα ξεκινούσαμε |
| εσείς | θα ξεκινούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θα ξεκινούσαν |
| Person | ξεκινάω |
|---|---|
| εγώ | να ξεκινάω |
| εσύ | να ξεκινάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | να ξεκινάει |
| εμείς | να ξεκινάμε |
| εσείς | να ξεκινάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | να ξεκινάνε |