We use cookies for anonymous analytics to improve Semantix. See our Privacy Policy.
Greek verb conjugation
to meet (I meet)
Συναντάω τη φίλη μου στο πάρκο.I meet my friend at the park.
| Person | συναντάω |
|---|---|
| εγώ | συναντάω |
| εσύ | συναντάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναντάει |
| εμείς | συναντάμε |
| εσείς | συναντάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναντάνε |
| Person | συναντάω |
|---|---|
| εγώ | συνάντησα |
| εσύ | συνάντησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνάντησε |
| εμείς | συναντήσαμε |
| εσείς | συναντήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνάντησαν |
| Person | συναντάω |
|---|---|
| εγώ | συναντούσα |
| εσύ | συναντούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναντούσε |
| εμείς | συναντούσαμε |
| εσείς | συναντούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναντούσαν |
| Person | συναντάω |
|---|---|
| εγώ | θα συναντήσω |
| εσύ | θα συναντήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θα συναντήσει |
| εμείς | θα συναντήσουμε |
| εσείς | θα συναντήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θα συναντήσουν |
| Person | συναντάω |
|---|---|
| εγώ | θα συναντούσα |
| εσύ | θα συναντούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θα συναντούσε |
| εμείς | θα συναντούσαμε |
| εσείς | θα συναντούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θα συναντούσαν |
| Person | συναντάω |
|---|---|
| εγώ | να συναντάω |
| εσύ | να συναντάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | να συναντάει |
| εμείς | να συναντάμε |
| εσείς | να συναντάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | να συναντάνε |